μεθοδιστής

ο, θηλ. μεθοδίστρια
ο πιστός τής διδασκαλίας τού μεθοδισμού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνειο (< μέθοδος + κατάλ. -ιστής), πρβλ. αγγλ. methodist. Η λ., στον λόγιο πληθ. μεθοδισταί, μαρτυρείται από το 1854 στον Στ. Σταθόπουλο].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Άλμπρεχτ, Τζέικομπ — (Jacob Albrecht, 1759 – 1808). Αμερικανός μεθοδιστής, ιδρυτής της αίρεσης των μεθοδιστών. Το 1800 ίδρυσε στην Πενσιλβάνια των ΗΠΑ τη μεθοδιστική κοινότητα των Αλμπρεχτιανών αδελφών, που τα μέλη της ήταν Αμερικανοί γερμανικής καταγωγής. Το 1816,… …   Dictionary of Greek

  • Ευαγγελική Εκκλησία — Προτεσταντική ομολογία την οποία ίδρυσε, αρχικά με την ονομασία Ευαγγελική Εταιρεία, ο Αμερικανός μεθοδιστής Ιάκωβος Άλμπρεχτ (1759 1808). Αργότερα, το 1922, μετονομάστηκε Ευαγγελική Εκκλησία. Η διδασκαλία της είναι κράμα μεθοδισμού και ηθικού… …   Dictionary of Greek

  • Μπουθ, Γουίλιαμ — (William Booth, 1829 – 1912). Άγγλος ιερωμένος και μεταρρυθμιστής. Ίδρυσε και οργάνωσε τη φιλανθρωπική Εταιρεία «Στρατός της Σωτηρίας». Σε ηλικία 16 ετών έγινε μεθοδιστής πάστορας. Το 1861 όμως αποχώρησε από την ενεργό εκκλησιαστική δράση και, σε …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.